Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η ΧΡΥΣΗ ΜΗΛΙΑ

 

Μια φορά κι ένα καιρό στο κέντρο του μεγάλου Δάσους βρισκόταν το φτωχικό σπιτάκι του ξυλοκόπου, όπου ζούσε με τις τρεις κόρες του. Φτωχοί αλλά αγαπημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να ζήσουν. Πριν πολλά χρόνια ο ξυλοκόπος είχε μείνει δίχως την καλή του γυναίκα γι’ αυτό φρόντιζε τα τρία του κορίτσια να περνάνε καλά. Μια μέρα οι τρεις αδελφούλες καθώς μάζευαν βατόμουρα, δίπλα στις φυλλωσιές βρήκαν ένα περιστέρι με πληγωμένες τις φτερούγες του. Η πιο μεγάλη που την έλεγαν Μυρτώ, έσκυψε το έπιασε στη αγκαλιά της και μαζί με τις αδελφές της γύρισαν στο σπιτάκι του Δάσους. Εκεί περιποιήθηκαν τις πληγές, το περιστέρι γρήγορα έγινε καλά, το τάιζαν κι από τότε έμενε μαζί τους.
Ένα πρωινό που οι τρεις αδελφές είχαν καθίσει στην αυλή να πλέξουν, ακούνε τα φτερουγίσματα του περιστεριού, σήκωσαν τα κεφάλια και τι να δουν! Το περιστέρι στο ράμφος του κρατούσε ένα χρυσό μήλο. Η Μυρτώ σηκώθηκε πλησίασε το πουλάκι, άνοιξε την αγκαλιά της και εκείνο έριξε το μήλο μέσα. Σε λίγο νάτο πάλι μ’ ένα χρυσό μήλο για την άλλη αδελφούλα την Φιλίτσα κι έπειτα άλλο ένα για την τρίτη που την έλεγαν Θάλεια. Τα τρία κορίτσια πήραν στα χέρια τα χρυσά μήλα κοίταξαν μ’ απορία το περιστέρι, το χάιδεψαν, το φίλησαν και τότε εκείνο με ανθρώπινη φωνή είπε: «Καλές πονετικές μου αδελφούλες, τα χρυσά μήλα να φάτε και πείτε τρεις ευχούλες».
Πράγματι έφαγαν τα μήλα και είπαν τρεις ευχούλες. Η Μυρτώ παρακάλεσε να έχουν υγεία και η τρίτη, η Θάλεια, παρακάλεσε να φανερωθεί ποιος κρύβεται στο περιστέρι με την ανθρώπινη φωνή. Μονομιάς οι ευχές πραγματοποιήθηκαν και στην θέση του πουλιού παρουσιάστηκε μια νεράιδα με ολόξανθα μαλλιά, όπου στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ραβδί τυλιγμένο με τρεις κόκκινες κορδέλες πλησίασε τα κορίτσια. Εκείνα φοβισμένα δεν πίστευαν στα μάτια τους και κάπως διστακτικά ρώτησαν, τι συμβαίνει. Η νεράιδα, τότε, σήκωσε το ραβδί της, έβγαλε τις κορδέλες, και της έδωσε στις αδελφούλες λέγοντας:
 - Να πάτε να της φυτέψετε στην αυλή και τότε θα δείτε τι πρόκειται να γίνει. Τα κοριτσάκια υπάκουσαν, μα τι να δουν! Από την μια κορδέλα φύτρωσε μια χρυσή μηλιά. Από τη δεύτερη κορδέλα φύτρωσε ένα όμορφο σπίτι και από την τρίτη κορδέλα φύτρωσε ένας μεγάλος κάμπος. Τα κοριτσάκια τρελά από χαρά ευχαρίστησαν την καλή νεράιδα κι εκείνη πριν φύγει τους είπε: 
- Με δάκρυα χαράς ή λύπης θα είμαι πάντα κοντά σας. Ύστερα ένα λευκό σύννεφο την πήρε στην αγκαλιά του και χάθηκαν στο βάθος του Ορίζοντα. Σας ήλθε ο πατέρας τους ο γερο-ξυλοκόπος, σάστισε με όσα είδε και τότε οι αγαπημένες κόρες του, του διηγήθηκαν ότι είχε συμβεί. Εκείνος έκανε τον σταυρό του κι ευχαρίστησε τον Θεό για τα καλά που γέμισε το σπιτικό του. Από τότε, κάθε μέρα η χρυσή μηλιά έκανε τρία χρυσά μήλα, τα μάζευαν κι ύστερα τα πουλούσαν στην αγορά. Με αυτόν τον τρόπο έγιναν πολύ πλούσιοι. Όλοι τριγύρω στην αγορά άρχισαν να υποψιάζονται πως κάτι περίεργο συμβαίνει και πως κάτι έκρυβαν. Γι’ αυτό συνεννοήθηκαν κι ένας από αυτούς πήρε στο κατόπι τον ξυλοκόπο με τις κόρες του. Σαν έφτασε και αντίκρισε όλα τα παράξενα, δεν πίστευε στα μάτια του ο χωρικός. Έτρεξε αμέσως πίσω στους υπόλοιπους να μαρτυρήσει τα μαντάτα και όλοι μαζί επέστρεψαν για να δουν και να πιστέψουν. Αμέσως τότε έτρεξαν στη χρυσή μηλιά, κάθισαν από κάτω και περίμεναν να βγουν τα μήλα να τα κλέψουν. Όμως η μηλιά, σαν έβγαλε τα χρυσά μήλα, κι αυτοί άπλωσαν τα χέρια τους να τα κόψουν, εκείνη άρχιζε να ανεβαίνει τόσο ψηλά, μέχρι που άγγιξε τον ουρανό. Βγήκε τότε το συννεφάκι της Νεράιδας και η μηλιά είπε στο συννεφάκι το μυστικό. Εκείνο τότε κάλεσε τους φίλους του, τα υπόλοιπα συννεφάκια άρχισαν να ρίχνουν όσο νερό είχαν μαζέψει. Μόλις άρχισαν οι χωρικοί να βρέχονται, το έβαλαν στα πόδια. Το νερό ήταν τόσο πολύ που στο τέλος έφυγαν κολυμπώντας! 
Από τότε το πάθημα τους έγινε μάθημα κι άφησαν τον συγχωριανό τους ήσυχο. Τα χρόνια πέρασαν, τα κορίτσια μεγάλωσαν, όταν κάποιο πρωινό που πήγαν να ψαρέψουν στο ποτάμι, άκουσαν μια φωνή να τραγουδά τόσο ,μελωδικά που σαν μαγεμένες στάθηκαν ν’ ακούσουν. Σε λίγο πλησίασαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τρία χρυσόψαρα με πρασινοκίτρινα λέπια καθισμένα σ’ ένα βράχο, έλεγαν τα μελωδικά τραγούδια. Τους έριξαν λίγο ψωμάκι. Εκείνα το έφαγαν και συνέχισαν το τραγούδι μέχρι που οι τρεις αδελφούλες δάκρυσαν. Τα δάκρυα έπεσαν πάνω στα χρυσόψαρα και μονομιάς εκείνα έγιναν τρία πανέμορφα βασιλόπουλα. 
Διηγήθηκαν την πονεμένη ιστορία τους για τα μάγια ενός κακού νάνου και πως μόνο σαν πέρναγαν τρεις αγαπημένες αδελφές και το μελωδικό τραγούδι τους της συγκινούσε και δάκρυζαν και πως αν τα δάκρυα έπεφταν πάνω στα χρυσόψαρα, μόνο τότε θα γινόταν το θαύμα, να λυθούν τα μάγια ώστε να πάρουν την ανθρώπινη μορφή τους. Στην μεγάλη αυτή χαρά παρουσιάστηκε και η καλή νεράιδα, συνόδεψε τις αδελφούλες με τα βασιλόπουλα στο σπίτι τους, είπαν τα καλά νέα στον πατέρα τους και σε λίγες μέρες έγιναν οι γάμοι με τιμές και δόξες.
Έζησαν με πλούτη και αγάπη στους πύργους των συζύγων τους, πάντα αγαπημένοι όλοι μαζί, με συντροφιά την Νεράιδα που της προστάτευε. Από τότε ζούνε αυτοί καλά μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Γιαγιάκα Αννα

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΗΠΟΥ

     

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μεγάλο κήπο ακούστηκε μια φασαρία. Δυο μικρές φίλες η Θάλεια και η Πηνελόπη είχαν πάρει τα ψάθινα πανεράκια τους πηγαίνοντας να κόψουν διάφορα λουλούδια για τα βάζα. Ήθελαν να το στολίσουν διότι θα έκαναν γιορτή. Η Πηνελόπη είχε τα γενέθλιά της. Ξαφνικά πιάστηκαν από το χέρι, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν μ’ απορία γι’ αυτό που άκουγαν.
- Δεν είναι δυνατόν, είπε η Θάλεια. Μαλώνουν τα τριαντάφυλλα.
- Πάμε κοντά, είπε και η Πηνελόπη, τραβώντας την μικρή της φίλη.
Σε λίγο έφτασαν στον καβγά, για το πιο τριαντάφυλλα. Είχανε στήσει ένα καβγά, για το πιο τριαντάφυλλο θα πήγαινε στη γιορτή. Τα δύο κοριτσάκια άπλωναν τα χέρια να χαϊδέψουν τα όμορφα λουλούδια, λέγοντάς τους, ότι όλα θα ρθουν στο πάρτι των γενεθλίων της Πηνελόπης. Εκείνα τότε καμαρωτά-καμαρωτά ίσιωσαν το κορμάκι τους, ανοιγόκλεισαν τα χρωματιστά πέταλα και φραπ, μπήκαν στα ψάθινα πανεράκια των κοριτσιών. Τι χαρά έκαναν! ¶άρχισαν το τραγούδι μαζί με τα άλλα λουλούδια που έκοψαν η Θάλεια και η Πηνελόπη. Μια ορτανσία βογκούσε η καψερή, την είχαν καταπλακώσει κάτι γιασεμιά και δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να τραγουδήσει.
- Βοήθεια! Φώναζε, μα κανείς δεν την άκουγε.
Ο ήχος από τα τραγούδια σκέπαζε την φωνούλα της. Ευτυχώς δίπλα της ήτανε ένα χρυσάνθεμο, έσπρωξε το γιασεμί, κι έτσι ελευθέρωσε την ορτανσία. Κάποια στιγμή οι μικρές φίλες έφτασαν στο σπίτι της Πηνελόπης, τοποθέτησαν τα λουλούδια στα βάζα, στόλισαν τα τραπέζια με πολύχρωμα παιχνίδια, χρυσές γιρλάντες και άναψαν χρωματιστά λαμπιόνια. Σε λίγες ώρες το πάρτυ θα άρχιζε. Πράγματι φωνούλες γέμισαν στα δωμάτια και άρχισαν οι μικροί μπόμπιρες τα παιχνίδια.
Μα ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή.
Ένα μεγάλο κλωνί γιασεμιού γεμάτο από κατάλευκα μικρά λουλουδάκια, άπλωσε τα χέρια του κάνοντάς τους νόημα να ησυχάσουν. Εκείνα σώπασαν, κοιτάζοντας παράξενα το καταπράσινο κλωνάρι.
Τότε έγινε κάτι πολύ παραμυθένιο. Το μεγάλο γιασεμί τίναξε τα κλωνάρια του, άστραψε το δωμάτιο από φως, και στην κορυφή του παρουσιάστηκε το ανθρώπινο κεφαλάκι ενός μικρού αγοριού, όπου στα δύο χεράκια του κρατούσε μια κρυστάλλινη μπάλα που ήταν μαγεμένη. Πλησίασαν οι δυο φίλες, η Θάλεια και η Πηνελόπη, και τον ρώτησαν το όνομά του. Εκείνο τότε απάντησε πως το όνομά του είναι Γιασεμάκι του Χρυσού ήλιου, και πως τους πει μια γλυκιά ιστορία αγάπης ενός κήπου. Τα κοριτσάκια αναφώνησαν πως με χαρά θα της ακούσουν την ιστορία του.
Τότε το Γιασεμάκι έδωσε με δύναμη πέντε στροφές στην κρυστάλλινη μπάλα κι εκείνη άρχισε να γυρίζει. Μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, είδανε έκπληκτοι το αγόρι να κάθεται σε ένα θρόνο γεμάτο από χρυσάφι και φως, αρχίζοντας συγχρόνως να διηγείται την όμορφη ιστορία.
«Μια φορά σ’έναν κήπο με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τότε που υπήρχε αγάπη ανάμεσά τους, ένα γιασεμί και μια τριανταφυλλιά ερωτεύτηκαν πολύ. Κάθε μέρα τα πράσινα φυλλαράκια τους γέμιζαν τα κλαδάκια, σιγοψιθύριζαν την αγάπη τους, ανοιγόκλειναν τα πέταλά τους όταν τα άλλα λουλούδια του κήπου πήγαιναν να κοιμηθούν, εκείνα πιασμένα χέρι-χέρι, έκαναν ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τα ασημένιο φως του φεγγαριού.
Τα χρόνια περνούσαν και το γιασεμί και η τριανταφυλλιά μεγάλωσαν. Ο κήπος γέμισε, ώσπου ο ιδιοκτήτης του κήπου, ο μπάρμπα Φάνης, κλάδεψε το γιασεμί, ξερίζωσε την τριανταφυλλιά και την μεταφύτεψε στον κήπο του εξοχικού του σπιτιού.
Ένα πρωινό που ο χρυσός ήλιος, ζέσταινε με τις ακτίνες του τον κήπο του μπάρμπα Φάνη, είδε την καμαρωτή φουντωμένη τριανταφυλλιά και θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την παντρεύτηκε. Τι κρίμα!
Η καημένη κάθε μέρα έκλαιγε , πότιζαν τα δάκρυα το χώμα παρακαλώντας να φυτρώσει γιασεμί, να το έχει παρηγοριά, μια και το αγαπημένο δικό της γιασεμί είχε πάρει απόφαση πως δεν θα το ξανάβλεπε. Το θαύμα όμως το έκανε και πάλι ο καλός μας Θεός. ¶άκουσε τα παρακάλια της άτυχης τριανταφυλλιάς και όπου πέφτανε τα δάκρυά της μαλάκωνε το χώμα και μια μέρα φύτρωσε ένα τόσο δα μικρό κλαράκι γιασεμιού. Από την χαρά της η τριανταφυλλιά άρχιζε να βγάζει χιλιάδες κλαδιά και τριαντάφυλλα ώσπου σκέπασε το γιασεμί κι ‘έτσι νόμισε πως θα έμενε μικρό και δεν θα μεγάλωνε. Όμως ο άντρας της ο Χρυσός Ήλιος έστελνε μέχρι εκεί τις ακτίνες του. Εκείνο μεγάλωσε, πέρασε την τριανταφυλλιά και ο μπάρμπα Φάνης το κλάδεψε. Ύστερα το ξερίζωσε και το πέταξε στο χωράφι με τα ξερόκλαδα. Η τριανταφυλλιά από την λύπη της αρρώστησε, μαράθηκε και πήγε στον Παράδεισο να ξεκουραστεί. Όμως ο καλός Θεός δεν άφησε το γιασεμίνα μαραθεί. Έστειλε τον Χρυσό Ήλιο και εκείνος το υιοθέτησε. Του έδωσε την μαγεμένη κρυστάλλινη μπάλα για να λέει παντοτινά την γλυκιά ιστορία αγάπης του κήπου που σημάδεψε την ζωή του. Ήξερε, βλέπετε, πως ήτανε το παιδάκι της τριανταφυλλιάς και του γιασεμιού.
Από τότε σε όλους τους κήπους, όπου ανθίζει ένα γιασεμί, δίπλα του φυτρώνει πάντα μια τριανταφυλλιά για να θυμίζει την αγάπη που κάποτε χάθηκε.
Αυτά είπε το μικρό αγόρι και μονομιάς η κρυστάλλινη μπάλα σταμάτησε και ξανάγινε κλωνάρι γιασεμιού με μικρά λευκά λουλουδάκια. Οι δύο μικρές φίλες , η Θάλεια και ή Πηνελόπη δάκρυσαν με την παρέα τους. Φύτεψαν το γιασεμί και εκείνο μέσα σε μια νύχτα θέριεψε και γέμισε μοσχοβολιά ο τόπος. Ξαφνικά τα λαμπιόνια έσβησαν. Η Πηνελόπη πήγε να τα ανάψει.
- Μπα! Είμαι στο κρεβατάκι μου, σιγοψιθύρισε. Τι καλά! Ήταν όλα ένα όνειρο. Ένα όμορφο γαλάζιο όνειρο. Σαν εκείνα τα όνειρα που θα λένε παντοτινά τα παραμύθια.

Γιαγιάκα Άννα

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Περνούν τα χρόνια

   

Περνούν τα χρόνια

Περνούν τα χρόνια γρήγορα ,
Και Πίσω δεν γυρνούνε
Μεσα στη σκέψει μένουνε
Για να μας Τυραννούνε ,

Για άλλους ήταν όμορφα
Τα χρονια που περάσαν
Για άλλους ειναι Δύσκολα
Τα χείλη δεν γέλασαν ,,

Χρηστο μου έτσι ειναι η ζωη ,
Φευγη και δεν Γυρίζει,
Μα η Ρυτίδα της ψυχής
Παντα θα μας αγγίζει ,,

Της αναμνήσεις θα εχουμε
Παντα μες στο μυαλό μας
Για να περνά η Θλίψη μας
Και το παράπονο μας ,,,
Γιωτα  Ξένου

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΣΠΑΘΙ


Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν μέσα σε ένα μεγάλο κόκκινο κουτί δέκα μολυβένια στρατιωτάκια. Όλα, κρατούσαν από ένα σπαθί στον ώμο τους και μόνο το ένα από αυτά κρατούσε ένα ξύλινο.
Κοιτούσαν μπροστά και καμάρωναν περήφανα για την όμορφη στολή τους με τα κίτρινα σιρίτια.
- Τι όμορφα που είναι! Έλεγε και ξανάλεγε ο Νικόλας βάζοντας ένα- ένα τα μολυβένια στρατιωτάκια στη σειρά.
Τριγύρω υπήρχαν κι άλλα παιχνίδια μ μα το πιο ωραίο ήταν ένα χάρτινο παλάτι που είχε τριγύρω πρασινάδες, δέντρα και άσπρα άλογα. Στο κέντρο παλατιού υπήρχε ένας κρυστάλλινος καθρέπτης όπου αντιφέγγιζε μια ήσυχη λιμνούλα μέσα στην οποία κολυμπούσαν δέκα κατάλευκοι κύκνοι.
Το βράδυ, μόλις σήμαναν μεσάνυχτα, ο μολυβένιος στρατιώτης με το ξύλινο σπαθί άνοιξε το κουτί και πήγε κατευθείαν στο παλάτι. Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια και έφτασε μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας με απορία τους δέκα κύκνους. Κατέβασε το σπαθί του για να ξεκουραστεί και μονομιάς ο καθρέφτης χάθηκε και στη θέση των δέκα κύκνων παρουσιάστηκαν δέκα πανέμορφες βασιλοπούλες.
Τα έχασε ο μολυβένιος στρατιώτης, καθώς οι βασιλοπούλες τον πλησίασαν. Μια από αυτές του είπε:
- Γενναίε στρατιώτη, το ξύλινο σπαθί σου είναι μαγεμένο. Όταν το κρατάς στον ώμο σου γινόμαστε κύκνοι, μα όταν το κατεβάζεις γινόμαστε και πάλι άνθρωποι.
- Μα…τι πρέπει να κάνω; Ρώτησε ο στρατιώτης.
- Πρέπει να πάρεις αυτήν την βαρκούλα και να περάσεις απέναντι μέσα από την λιμνούλα. Μόλις φτάσεις στην αντίπερα όχθη, εκεί θα περιμένει ένας ζητιάνος. Δώσε του το ξύλινο σπαθί και μετά θα δεις εκεί τι θα γίνει.
Πράγματι, ο στρατιώτης μπήκε μέσα στην βαρκούλα, που χοροπήδαγε στα φουσκωμένα νερά της λίμνης και απέναντι συνάντησε τον ζητιάνο. Του έδωσε το σπαθί και με αυτό ο ζητιάνος άρχισε να κόβει την πρασινάδα και τα δέντρα. Όπου πέρναγε το ξύλινο σπαθί, γινότανε πολιτεία με κόσμο, γέφυρες και αυτοκίνητα. Η λιμνούλα χάθηκε και περπατώντας ο ζητιάνος έφτασε στο χάρτινο παλάτι. Τότε, δίνει μια…και χρατς, έσπασε τον καθρέφτη.
Το ξύλινο σπαθί πέταξε φωτιές. Ο τόπος γέμισε καπνούς και σιγά σιγά άρχισε να φαίνεται στη θέση του ζητιάνου ένας βασιλιάς. Τρέξανε κι οι βασιλοπούλες και τον αγκάλιασαν. Ήταν ο βασιλιάς πατέρας τους.
Η μεγαλύτερη από τις βασιλοπούλες έπιασε τον μολυβένιο στρατιώτη, τον φίλησε και αμέσως έγινε δυνατό φως. Ο στρατιώτης μεταμορφώθηκε σε βασιλόπουλο. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιπες εννέα βασιλοπούλες με τους άλλους μολυβένιους στρατιώτες. Μια φωτεινή ανταύγεια γέμισε το δωμάτιο, χαρούμενα πρόσωπα για την μεγάλη ευτυχία που λύθηκαν τα μάγια.
- Ε! Νικόλα ξύπνα, η ώρα πέρασε, φώναξε η μανούλα, πρέπει να ετοιμαστείς για το σχολείο.
- Πω! Πω! Τι όνειρο είδα; Τα μολυβένια στρατιωτάκια μου που είναι;
- Πάνω στο τραπέζι, απάντησε η μανούλα του
Ο Νικόλας ηρέμησε σαν είδε το κόκκινο κουτί με τα μολυβένια στρατιωτάκια, άνοιξε το κουτί και τα μέτρησε. Ήταν ακριβώς δέκα.

Γιαγιάκα Άννα

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Μια αγκαλιά και για μένα...


Μια αγκαλιά και για μένα...

Σε αγαπώ σου λέω φιλικά
και αναζητώ μια αγκαλιά
μέσα της να τρυπώσω
ήρεμα για να νιώσω

Για πες μου σε παρακαλώ
πόσο είναι εγωιστικό
μιαν αγκαλιά να αναζητώ
ψήγματα αγάπης που να βρω;

Εσύ όμως που θαρρείς
έρωτα δίπλα μου θα βρεις
κοντά μου είσαι χωρίς ελπίδα
το ξέρω από τι στιγμή που σε είδα

Για πες μου τώρα εσύ
γιατί η αγάπη σου τόσο πονεί
πως έμαθες έτσι να αγαπάς
και σε αλλά επίπεδα το πας...

Σε αγαπώ σου λέω φιλικά
Και θέλω στη δική σου αγκαλιά
να νιώσω λίγη σιγουριά
τα πολλα λόγια είναι περιττά...
skouliki

Είμαι καλά ευχαριστώ : Αναστασία-Βενιζέλος- Ξένου



ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ

ΜΟΥΣΙΚΗ..ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ : ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Ειμαι καλά ευχαριστω 

Με ρωτούν τι κάνω ,και τους λεω καλά
 Και ομως στη ψυχη μου γίνονται πολλα 
Με ρωτούν τι κανω λεω ευχαριστω 
Μα φευγω μακριά τους  με βήμα βιαστικό 

Ειμαι καλα ευχαριστω λεω σε εκείνους που ρωτάνε 
Μα φεύγω ομως να μη δουν ,τα δάκρυα μου να κυλανε
 Ειμαι καλα ευχαριστω τους λεω και άχρωμα γελάω
 Τους προσπερνώ για να μη δουν ,πως μεσα μου πονάω 

Ειμαι καλά ευχαριστω ,
τους λεω με χειλη παγωμένα 
Και περπατώ χωρίς σκοπό 
με δυο ματια δακρυσμένα 

Με ρωτούν τι κάνω ,και τους λεω καλά 
Ομως στην ζωη μου γίνονται ,πολλα
 Ονειρα που φεύγουν σαν τα περιστέρια 
Και χαρες που χάνω απ τα δυο μου χερια , 

Με ρωτούν τι κάνω και τους λεω καλά 
Και ομως η καρδια μου εχει συννεφιά
 Μέρες που περνάνε διχως συντροφιά
 Νυχτες παγωμένες διχως αγκαλιά

ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ


Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ, ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΦΑΡΟ

                 


Μια φορά στον όμορφο κόσμο των παραμυθιών, σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο δάσος, με χιλιάδες πανέμορφα δέντρα, υπήρχε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι όπου κατοικούσε μια πανέμορφη κοπέλα που την έλεγαν Μελισσούλα. Η Νονά της η καλή Νεράιδα του δάσους την προστάτευε. Μαζί φρόντιζαν τον κήπο και τα δέντρα που περιστοίχιζαν το πέτρινο σπιτάκι της Μελισσούλας. Είχε δώσει στην Μελισσούλα πολλά χαρίσματα η καλή της νονά. Εκτός από την ομορφιά την είχε προικίσει και με μια γλυκιά φωνή, που στο άκουσμά της σώπαιναν τα αηδόνια πετώντας δίπλα της για να την ακούσουν.
Κάποιο πρωινό που το κορίτσι πότιζε τα χρωματιστά λουλούδια του κήπου, άκουσε κάτι τιτιβίσματα. Γύρισε το κεφαλάκι της αντικρίζοντας μια φωλιά χελιδονιών. Ήταν, βλέπετε, άνοιξη και είχαν αρχίσει να έρχονται τα χελιδόνια. Έβαλε λοιπόν, η Μελισσούλα μια σκάλα, έφτασε την φωλιά και περίεργη κοίταξε μέσα. Πω πω! Ένα νεογέννητο χελιδονάκι που ανοιγόκλεινε το τοσοδούλι στοματάκι του, στις φροντίδες την καλής χελιδονομαμάς. ¶άπλωσε το χέρι της να το πάρει και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γλυκειά φωνούλα να της λέει:
Μελισσούλα μου καλή
άσε με μες την αυλή
φρόντισε να μεγαλώσω
τα φτερά μου να σου δώσω
και η τύχη η καλή
μες το σπίτι σου θα μπει.

Παραξενεμένη η Μελισσούλα, τράβηξε έξω από τη φωλιά το χεράκι της, κατέβηκε από τη σκάλα, πήγε στη κουζίνα, ζέστανε το γάλα και το έβαλε σε ένα σταγονόμετρο. Το πήγε αμέσως στο χελιδονάκι και με αυτό σιγά σιγά, σταλιά σταλιά, το τάισε. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και μέρα με την ημέρα το χελιδονάκι μεγάλωνε.
Κάποιο απριλιάτικο πρωινό καθώς η Μελισσούλα άπλωσε το χεράκι της μέσα στη φωλιά για να πιάσει το χελιδονάκι να το ταΐσει, παρατήρησε ότι η φωλίτσα ήταν άδεια.
Η Μελισσούλα τρόμαξε και άρχισε να κλαίει για τον αγαπημένο της φίλο που έφυγε δίχως να της αποχαιρετήσει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται η καλή της η νονά αρχίζοντας να παρηγορεί την μικρή προστατευόμενη της και της λέει:
- Μην κλαις καλή μου! Το χελιδόνι σου, δεν σε εγκατέλειψε. Απλά μεγάλωσε και πέταξε μόνο του για να βρει την τροφή του.
- Μα εγώ το συνήθισα και μου λείπει η συντροφιά του. Έλεγε μέσα σε αναφιλητά η Μελισσούλα.
- Να, κοίταξε εκεί στη μεγάλη λίμνη! Το βλέπεις εκείνο το άσπρο νούφαρο;
- Ναι, το βλέπω, απάντησε το κοριτσάκι.
- Ωραία. Πήγαινε εκεί και παρακάλεσέ το να σε πάει στο χελιδόνι σου, συνέχισε η νονά.
Πράγματι η Μελισσούλα πλησίασε το νούφαρο κι έκανε όπως της είχε πει η καλή νεράιδα του δάσους. Το νούφαρο ανοιγόκλεισε τα πέταλα του, άνοιξε τα χεράκια του, τα έκανε κουπιά γλιστρώντας απαλά πάνω στα νερά της γαλάζιας λίμνης. «Φλαπ-Φλουπ» έκαναν τα κύματα, μα το νούφαρο ταξίδευε την Μελισσούλα., κρατώντας της γερά στην αγκαλιά του. Πω! Πω! Τι ομορφιά! Τι υπέροχο ταξίδι! Τέτοια ομορφιά, όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η Μελισσούλα. Είχε πολύ ωραία ιδέα η νονά της. Σε λίγο το υπέροχο ταξίδι τελείωσε. Φτάσανε στην άκρη της λίμνης, πλεύρισε στην ακτή, κατέβηκε η Μελισσούλα νιώθοντας τόσο μεγάλη χαρά που άρχισε να γλυκοτραγουδά μαζί με τα πουλάκια του δάσους, που φτερουγίζοντας ήλθαν κι έκατσαν πάνω στους ώμους του κοριτσιού, κουνώντας τις ουρίτσες τους.
Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι πια. Ο λαμπερός ήλιος έστελνε τις ακτίνες του ζεστές στο δάσος κι έτσι η Μελισσούλα δεν κρύωνε. Κάποια στιγμή έφτασε σ’ένα ξέφωτο, αντίκρισε ένα πέτρινο σπιτάκι, όμοιο με το δικό της μόνο που αυτό ήταν κοντά στη γαλάζια λίμνη και είχε γύρω-γύρω καλαμιές. Πλησίασε, χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα μια φωνή που την καλούσε να περάσει μέσα. Η Μελισσούλα την άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στον αγαπημένο την φίλο το Χελιδόνι.
Εκείνο μόλις αντίκρισε την Μελισσούλα τίναξε τα φτερά του, αυτά έπεσαν καταγής και μέσα από ένα κατάλευκο σύννεφο, πλημμυρισμένο φως ξεπρόβαλλε ο πρίγκιπας της γαλάζιας λίμνης. Το κοριτσάκι τα έχασε…άνοιξε διάπλατα τα ματάκια της, απ’ όσα έβλεπε και ο καλός πρίγκιπας την πλησίασε και της εξήγησε για τα μάγια της κακιάς μάγισσας και πως εκείνη η ίδια με την υπομονή της και με την καλή της την καρδιά τα έλυσε ακριβώς την στιγμή που είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου.
Πάρε τα φτερά μου και κάψε τα, της είπε, και την στάχτη πέταξέ την στην λίμνη για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.
Η Μελισσούλα έκανε ακριβώς ότι της είπε ο πρίγκιπας. Μονομιάς η λίμνη χάθηκε. Στην θέση της υψώθηκε ένα πέτρινο κάστρο, χιλιάδες νούφαρα πέταξαν τα πέταλά τους, και γινόντουσαν στρατιώτες με χρυσοκόκκινες στολές. Ένα νούφαρο είχε απομείνει μοναχό του. Η Μελισσούλα το έπιασε, χάιδεψε τα λευκά του πεταλάκια και αρχίζοντας να σιγοτραγουδά έναν γλυκό σκοπό, που εκείνο δάκρυσε. Τα δάκρυα του έπεσαν στο σημείο που ήταν άλλοτε η γαλάζια λίμνη. Πανέμορφα δέντρα με δροσερά φρούτα γέμισαν το σημείο που έπεσαν τα δάκρυα.
Ξαφνικά τα φώτα άναψαν στο κάστρο και ξανάρχισε η ζωή, με χαρούμενες φωνές και χαμογελαστά πρόσωπα. Εκείνη τη στιγμή η Μελισσούλα έσκυψε και φίλησε το νούφαρο. Η αγάπη της του έδωσε ανθρώπινη μορφή. Ήταν η γυναίκα του πρίγκιπα της γαλάζιας λίμνης. Ευτυχισμένη για το καλό που έκανε η μικρή μας φίλη, ζήτησε από την νονά της να της βάλει χρυσά φτερά για να μπορεί να πετάξει στο σπίτι της. Εκείνη εκπλήρωσε την επιθυμία της, μα σαν έφτασε εκεί, είδε χιλιάδες κυψέλες φορτωμένες χιλιάδες μέλισσες. Η Μελισσούλα από τότε είναι η Βασίλισσά τους και με τα χρυσά της τα φτερά κάθε άνοιξη πετά στο κάστρο της γαλάζιας λίμνης. Εκεί έχει φτιάξει μια φωλιά και διηγείται χρόνια τώρα την ίδια ιστορία, για την ευτυχία που έζησε μ’ ένα χελιδόνι και ένα κατάλευκο νούφαρο.

Γιαγιάκα Άννα

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Πως παγώσαν οι καρδιές


Πως παγώσαν οι καρδιές

Πως παγώσαν έτσι οι ώρες
πως  μαγκώσαν  οι καρδιάς
πως στέρεψαν οι φορές
που ζητούσαμε αγκαλιές

Κι αν πίστεψα για λίγο
απ τη μοναξιά πως θα ξεφύγω
με την παγωνιά σου αυτή
με την μοναξιά έχω σκεπαστεί

Πως παγώνουν οι καρδιές
πόσο εύκολα , μου λες;
πως ξεχνιούνται υποσχέσεις
και σε κάνουνε να κλαις;

Γύρνα πάλι μοναξιά μου
να καλύψεις τα κενά μου
που άφησε μια αγάπη απατηλή
εσυ την αφησες να μπει;
Skouliki

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ... ΠΟΣΕΣ ΜΝΗΜΕΣ..ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ...ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΙΩΘΩ ΑΚΟΜΑ ΕΦΗΒΗ..

Από την Αννα Μπιθικώτση:
Αφιερωμένο το γράμμα μου αυτό σε εσάς τα αγαπημένα φιλαράκια μου για να θυμόσαστε το πέρασμα μου από τη γυάλινη μας γειτονιά...
Με αγάπη παντοτινή
Η φίλη σας Αννα


ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ... ΠΟΣΕΣ ΜΝΗΜΕΣ..ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ...ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΙΩΘΩ ΑΚΟΜΑ ΕΦΗΒΗ...

"Είπα να σας γράψω λόγια της ψυχής μου
με φτερά αγγέλου, δρόμους της ζωής μου,
έτσι για να δείτε πίσω από τα φώτα
πώς κυλούν τα βράδια σε κλεισμένη πόρτα,
όταν όλα μοιάζουν κρίνα, γιασεμιά.

Δε θα γράψω ποίημα μα θα έχει ρίμα,
κάθε μου ανάσα θα ‘χει κι ένα βήμα
απ’ το χθες, το τώρα και τ’ όνειρό μου,
που ποτέ δεν ήταν ολόκληρο δικό μου,
αφού πάντοτε για μένα τα λίγα ήταν πολλά.

Είχα χελιδόνια στο δωμάτιο μου
και μια τρύπια στέγη πάντα ουρανό μου,
να μετρώ τα άστρα που ήταν φωτεινά,
τότε που κεντούσα χάδια και φιλιά.

Ζέσταινα τα χέρια σε παλιά γκαζιέρα,
κι είχα απλωμένα όνειρα αστέρια,
ήμουν σπουργιτάκι σε μικρή φωλιά.

Άκουγα τραγούδια που ήταν αγιασμένα
κείνα μου τα χρόνια τα χρωματισμένα,
που είχανε αηδόνια και ανασαιμιά.

Μου έλεγε ο πατέρας, αντί για παραμύθια,
όνειρα δικά του που όλα άπλωναν δίχτυα
κι είχε μουσική κάθε μου βραδιά
κι η γλυκιά μου μάνα ήτανε μπαλάντα,
φως και ζεστασιά!

Πέρασαν τα χρόνια, πήρα τη ζωή μου,
δίχως χελιδόνια κι άστρα η φυγή μου.
Έφτιαξα μπαλκόνια παλάτια για τα αηδόνια,
μα πάντοτε ζητούσε στέγη η καρδιά.

Είχα όλα τα αστέρια και τον ουρανό μου,
μα ποτέ δεν είχα τ’ άστρο το δικό μου,
κι έκλαψα σε νύχτες που είχαν μοναξιά.

Έγραφα στιχάκια να’ χω παρεούλα
και έλεγα την Άννα πάντοτε Αννούλα
κι έμεινα παιδί, μη μου χαθεί και της χαθώ ξανά.

Και εσύ καρδιά μου που είχες ματώσει,
έψαχνες κάτι, κάτι να σε σώσει
κι έφτιαξες «γυάλινο ανάγκης σπίτι»,
που’ χε φεγγίτη άστρα πουλιά...

Να ‘ρχονται φίλοι αγαπημένοι
και της ζωής οι προδομένοι
για να’ χουν «στέγη» μια αγκαλιά.

Πριν σφραγίσω, φίλοι μου, τούτο το γράμμα,
θέλω να σας κλείσω σ’ ένα θαύμα
που θα ‘χει μόνο καρδιάς κλειδιά.

Πριν χαθώ μια νύχτα απ’ τη ζωή μου,
σας αφήνω κάτι απ’ την ψυχή μου,
για να’ χει ήλιο η δική μας γειτονιά.

Όνειρα θα ζουν ζωγραφισμένα,
μύριες εμπειρίες, χρόνια ερωτευμένα,
χρώματα καρδιάς.

Πάντα θα υπάρχω μέσα από εσένα,
φίλη και φίλε, φως μου και αίμα,
αφού θα ζω νυν και αεί
σ ‘ αυτήν τη δική μας γειτονιά!

ποίηση : Αννα Μπιθικώτση




ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ....

Σεβασμός γιατί: εκεί που είσαι ήμουν και εδώ που είμαι θα έρθεις



Κάποτε ήμουν στήριγμα , τώρα είμαι βάρος

Κάποτε έτρεχα για όλους, τώρα αδιαφορούν

Κάποτε περίμενα την οικογένεια να φάμε μαζί.

Τώρα με βάζουν σε μια γωνιά να φάω μόνη μου.

Άραγε θυμούνται πως υπάρχω;

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Σικέ παιχνίδι...



Μουσική : Χρήστος Ιακώβου 
Στίχοι :Νίκος Ορφανίδης
Ερμηνευτης: Στέλλα Στυλιανού

 Μες στης σιωπής την μοναξιά. 
και η χαρά μου μια πρωταπριλιά,
 βαρύ φορτίο είναι μου θαμπό 
και που να ψάξω όνειρο να μπω.

 Σικέ παιχνίδι η ζωή 
κι εμείς μικροί, θνητοί ,περαστικοί 
κουπιά σπασμένα στον νοτιά πανιά 
σκισμένα στην καταχνιά.

Φτηνές αγάπες της στιγμής 
στο γιουσουρούμ θα βρεις μισοτιμής. 
Κορμιά σπασμένα και νεκρά
 για να ξεχάσεις ότι σε πονά.

 Σικέ παιχνίδι η ζωή
 κι εμείς μικροί, θνητοί ,περαστικοί
 κουπιά σπασμένα στον νοτιά
 πανιά σκισμένα στην καταχνιά.

Νίκος Ορφανίδης